• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
split up vi phrasalinformal (couple: separate) (για ζευγάρι)χωρίζω ρ αμ
 My parents split up when I was a child but they stayed friends.
 Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν παιδί αλλά παρέμειναν φίλοι.
split up vi phrasalinformal (group: disband) (μουσικό συγκρότημα)διαλύομαι ρ αμ
 When the Beatles split up I cried my eyes out.
 Όταν διαλύθηκαν οι Beatles, έκλαψα πικρά.
split [sth] up vtr phrasal sep(share out)χωρίζω, μοιράζω ρ μ
 (με άλλους)μοιράζομαι ρ μ αλληλοπαθ
 The thieves decided to split up the money equally among themselves.
 Οι κλέφτες αποφάσισαν να μοιραστούν (or: χωρίσουν) τα χρήματα εξίσου μεταξύ τους.
split [sth] up vtr + adv(divide into portions)κόβω ρ μ
  μοιράζω ρ μ
 I´m going to split up this pizza into four slices.
 Θα κόψω την πίτσα σε τέσσερα κομμάτια.
split-up n(disbanding of a group)διάλυση ουσ θηλ
 Following their split-up, the Beatles went on to forge solo careers.
split-up n(division into portions)μοίρασμα ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)μοιρασιά ουσ θηλ
  διαμερισμός ουσ ουδ
split-up n(business: restructuring) (επιχείρηση)αναδιάρθρωση ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση splitting up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «splitting up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!